Από-ανάπτυξη, πράσινος καπιταλισμός, πολιτική οικολογία

Displaying the only post.
Post #1
Greg wroteon September 24, 2009 at 11:47am
Από-ανάπτυξη, πράσινος καπιταλισμός, πολιτική οικολογία
Για εμάς η σημασία του προτάγματος της από-ανάπτυξης έγκειται στο ότι ασκεί ορθή κριτική στην ιδεολογία του πράσινου καπιταλισμού ή της βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ, την ίδια στιγμή, αποφεύγει τις προβληματικές πλευρές άλλων οικολογικών ρευμάτων.

Αντιμέτωποι με την πρωτοφανή οικολογική κρίση στην οποία έχει οδηγήσει ο καπιταλισμός, οι πιο σκεπτόμενοι από τους υποστηρικτές του προωθούν την ιδέα του πράσινου καπιταλισμού. Μιας μορφής καπιταλισμού, με άλλα λόγια, που όχι μόνο θα ενσωματώσει φιλικές προς το περιβάλλον πολιτικές αλλά θα βασίσει και την περαιτέρω εξέλιξή του στη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη». «Η κλιματική αλλαγή και η ενεργειακή ασφάλεια ωθούν τη βιομηχανία προς τα εμπρός» διαβάζουμε σε σχετικό αφιέρωμα μεγάλης αμερικανικής εφημερίδας (International Herald Tribune, 6.11.2008). Συγγραφείς, παράλληλα, σαν το Τζέρεμι Ρίφκιν, υποστηρίζουν ότι η ευρεία εφαρμογή των λεγόμενων πράσινων –ή φιλικών προς το περιβάλλον- τεχνολογιών θα αποτελέσει τη νέα τεχνολογική επανάσταση που θα γίνει κινητήρας μιας νέας φάσης οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Στο ίδιο μοτίβο, αλλά με διαφορετικό φυσικά πολιτικό προσανατολισμό, κινούνται και ορισμένες σοσιαλδημοκρατικές προσεγγίσεις, που, στα πλαίσια του πιο εξανθρωπισμένου και κοινωνικά ευαίσθητου καπιταλισμού που προτείνουν, ενσωματώνουν και την απαίτηση μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Ειδικά μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 και τις συζητήσεις για τον τρόπο διεξόδου από την ύφεση, πολλοί έχουν υποστηρίξει την ιδέα ενός «πράσινου New Deal», παρακινούμενοι ενδεχομένως και από τις διακηρύξεις του Ομπάμα ότι θα διαθέσει κομμάτι του οικονομικού πακέτου ενίσχυσης σε «πράσινες» επενδύσεις.

Όπως είναι προφανές, μια προσέγγιση που ακολουθεί το πρόταγμα της από-ανάπτυξης δε μπορεί παρά να είναι αντίθετη σε κάθε μορφή διαιώνισης του σημερινού συστήματος που βασίζεται στη λογική της ανάπτυξης και του παραγωγισμού. Το πρόταγμα της από-ανάπτυξης υποστηρίζει το σταδιακό μηδενισμό της οικονομικής ανάπτυξης και όχι την επιδίωξη μιας ανάπτυξης άλλου τύπου, ακόμα κι αν πράγματι θα μπορούσε να είναι βιώσιμη. Κι αυτό, διότι, όπως είδαμε, το πρόταγμα της από-ανάπτυξης δίνει μεγάλη σημασία στο ζήτημα της κουλτούρας και των αξιών μιας κοινωνίας. Αυτό που τελικά έχει σημασία δεν είναι μόνο να σωθεί ο πλανήτης και να αποφευχθεί το επερχόμενο οικολογικό κραχ. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε ότι κάτι τέτοιο δε θα συνέβαινε, οι σημερινές κοινωνίες είναι αντιμέτωπες με ένα εξίσου σοβαρό «ανθρωπολογικό» κραχ : με την καταστροφή του ανθρώπινου όντος και τη μετατροπή του σε ον της κατανάλωσης και της παραγωγής, η οποία συντελείται μέσα στις καταναλωτικές κοινωνίες. Όσο η λογική της ανάπτυξης δεν αμφισβητείται, δε γίνεται να ανακοπεί η πορεία προς την καταναλωτικοποίηση της κουλτούρας και του ανθρώπου. Σε τελική ανάλυση, η ιδεολογία του οικοκαπιταλισμού και της πράσινης ανάπτυξης δεν είναι παρά μια προσπάθεια να διαιωνιστεί ο καταναλωτισμός, μέσω της δημιουργίας μιας καταναλωτικής κοινωνίας φιλικής προς το περιβάλλον[2]. Ακόμα κι αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν, εμείς θα ήμασταν αντίθετοι με μια τέτοια κοινωνία, καθώς η επαναστατική πολιτική οικολογία οφείλει να θέτει μαζί το ζήτημα του περιβάλλοντος και το ζήτημα του ανθρώπινου όντος.

Κατόπιν τούτων, η θέση που νομίζουμε ότι θα πρέπει να υιοθετεί μια ριζοσπαστική πολιτική απέναντι στις πρακτικές και την ιδεολογία του πράσινου καπιταλισμού είναι περίπου η εξής: στο «πρακτικό» και «υλικό» επίπεδο στηρίζουμε ορισμένα μέτρα που μπορεί έστω και στο ελάχιστο να περιορίζουν την περιβαλλοντική υποβάθμιση, απορρίπτοντας παράλληλα λύσεις όπως η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας, τα βιοκαύσιμα κ.λπ. Σε αυτό το πρώτο επίπεδο, το οποίο αναφέρεται στην επιβίωση του πλανήτη, δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει αν τα «πράσινα» μέτρα αμφισβητούν ή όχι το καταναλωτικό φαντασιακό ή αν μετατρέπουν το περιβάλλον σε μια «μεγάλη επιχείρηση»[3]. Όλα αυτά, που είναι γενικά αληθή, δεν αναιρούν ότι στο άμεσα πρακτικό επίπεδο αρκετά από τα «πράσινα» μέτρα έχουν θετική επίδραση. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει και το «πνευματικό» ή «πολιτιστικό» επίπεδο. Πρόκειται για το επίπεδο της κουλτούρας και των αξιών της κοινωνίας. Σε αυτό το επίπεδο οφείλουμε να ασκούμε σφοδρή κριτική στις λογικές του πράσινου καπιταλισμού, με το επιχείρημα ότι ουσιαστικά αναζητούν τη διαιώνιση της καταναλωτικής κοινωνίας, μέσω της εξασφάλισής της απέναντι στον οικολογικό κίνδυνο.

Αυτή η «διπλή» στάση μας επιτρέπει να αποφύγουμε ένα βασικό λάθος στο οποίο υποπίπτει μεγάλο μέρος των προσεγγίσεων της πολιτικής οικολογίας. Στην πλειονότητά τους αυτές οι προσεγγίσεις δεν αποδίδουν την απαραίτητη σημασία στην κριτική του τρόπου ζωής των ίδιων των ατόμων. Παραβλέπουν ότι μέσα στις καταναλωτικές κοινωνίες έχει συντελεστεί μια ουσιαστική βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, η οποία καθιστά, πλέον, τους καταναλωτές κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης. Κι έτσι στρέφουν την κριτική τους κυρίως στις πολυεθνικές εταιρίες και τα κράτη. Με αυτό τον τρόπο όμως δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία της πολιτιστικής κριτικής του τρόπου ζωής, ακόμα και στο απλό καθημερινό επίπεδο. Γι’ αυτές τις προσεγγίσεις το ζητούμενο δεν είναι τόσο να αλλάξει, έστω και στο ελάχιστο, ο σπάταλος και ανεύθυνος τρόπος ζωής του μέσου σημερινού ανθρώπου, επειδή θεωρούν ότι το πρόβλημα είναι η κυριαρχία που ασκούν οι πολυεθνικές πάνω στη φύση και πάνω στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι δηλαδή γίνονται αντιληπτοί αποκλειστικά και μόνο ως θύματα των κυρίαρχων στρωμάτων κι όχι ως ενεργοί μέτοχοι, μέσω της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς, στην περιβαλλοντική υποβάθμιση. Γι’ αυτούς τους λόγους τα εν λόγω οικολογικά ρεύματα παραμένουν προσκολλημένα στο ξεπερασμένο σχήμα της αντίθεσης ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση.

Από τη στιγμή που θεωρούμε ότι το πρόβλημα και οι αντιφάσεις του καπιταλισμού δεν είναι απλώς οικονομικές, αλλά ανθρωπολογικές και οικολογικές, το ζήτημα να επιλέξουμε ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση δεν έχει νόημα. Είναι προφανές και αυτονόητο ότι μια πραγματική λύση των ουσιαστικών προβλημάτων των σημερινών κοινωνιών –και ειδικότερα του οικολογικού, το οποίο μας απασχολεί απόψε- θα προέλθει μόνο μέσα από την ανατροπή του καπιταλισμού και από την αντικατάστασή του από ένα άλλο είδος κοινωνίας, δημοκρατικής και αντικαταναλωτικής. Κάτι τέτοιο όμως δε μας εμποδίζει σε καμία περίπτωση να υποστηρίζουμε οποιοδήποτε μέτρο που ενδεχομένως βελτιώνει την κατάσταση και περιορίζει, έστω και ελάχιστα, την προϊούσα οικολογική κατάρρευση. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο σε εποχές σαν τη σημερινή, όπου δεν υπάρχει κανένα πραγματικό επαναστατικό κίνημα με ουσιαστική κοινωνική βάση.
Αυτό που χρειάζεται, και άμεσα μάλιστα, είναι να ξεκινήσουμε να υιοθετούμε απλές και καθημερινές αλλαγές στον τρόπο ζωής μας, προωθώντας ένα μοντέλο ζωής λιγότερο σπάταλο και ανεύθυνο. Πρόκειται για μια προσπάθεια που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της απόπειρας να απεμπλακούμε από τα πλοκάμια της καταναλωτικής κουλτούρας μέσα στην οποία έχουμε ανατραφεί, προσπάθεια που αποτελεί, με τη σειρά της, μέρος του συνολικότερου αγώνα για τη δημιουγία μιας κοινωνίας αυτόνομης και δημοκρατικής.
___________________________
[1] Βλ. τις σχετικές αναλύσεις του Z. Bauman, Ζωή για κατανάλωση, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Αθήνα, Πολύτροπον, 2008 και του Ε. Αρανίτση, «Οι περιπέτειες του αιτήματος», «Για να μην είσαι ό,τι τρως», 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 29.3.2009 και 12.4.2009 αντίστοιχα.

[2] Βλ. σχετικά το άρθρο του Ρ. Φικς, «Από την κριτική του καταναλωτισμού στην πολιτική καταναλωτή», περ. Μάγμα, τ. 4, Ιούνιος 2009, σσ. 42-46.

[3] Ρ. Μαντότο, Οικοκαπιαλισμός. Το περιβάλλον ως μεγάλη επιχείρηση, μτφρ. Κ. Μαράκα, Αθήνα, Στάχυ, 1996.

Posted by ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ at 01:12